
Μια ιστορία από τον Jim Willis
Όταν ήμουνα κουτάβι, σε διασκέδαζα με τα παιχνίδια μου και σε έκανα να γελάς. Με αποκαλούσες “παιδί σου” και παρά τον αμέτρητο αριθμό παπουτσιών που σου κατέστρεψα, μαζί με την “δολοφονία” των δύο μπεζ μαξιλαριών του καναπέ, έγινα ο καλύτερός φίλος σου. Όταν ήμουν κακιά, μου κούναγες το δάχτυλό σου και έλεγες αυστηρά ότι είμαι “κακό παιδί” και μετά με ρώταγες.. “Πως μπόρεσες;;;” – όμως ακόμα και τότε, το ξέχναγες και μετά με γύριζες ανάποδα για να χαιδέψεις την κοιλιά μου.
Μου πήρε χρόνο για να προσαρμοστώ στο σπίτι μας, ήσουνα πολύ απασχολημένος με τη δουλειά σου και εγώ, δεν ήμουν σίγουρη τι επιτρέπεται να κάνω και τι όχι. Δουλέψαμε όμως παρέα στην εκπαίδευσή μου και έμαθα! Θυμάμαι τις νύχτες που κοιμόμουνα στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι σου και άκουγα τα όνειρά σου και τις κρυφές επιθυμίες σου. Πίστευα ότι η ζωή δεν θα μπορούσε να είναι πιο τέλεια! Πηγαίναμε παρέα μεγάλες βόλτες και τρέχαμε στο πάρκο. Με έπαιρνες μαζί σου στο αυτοκίνητο και λάτρευα να βγάζω έξω από το παράθυρο τη μουσούδα μου και να πνίγομαι από τον φρέσκο αέρα που έκανε τα αυτιά μου να ανεμίζουν! Σταματάγαμε μετά για παγωτό (έτρωγα όμως μόνο το χωνάκι γιατί το παγωτό είναι κακό για τους σκύλους, έτσι έλεγες). Κοιμόμουνα για ώρες στον ήλιο περιμένοντας να γυρίσεις σπίτι μας στο τέλος της ημέρας.
Σταδιακά, άρχισες να περνάς τον περισσότερο χρόνο σου στη δουλειά και στην καριέρα σου. Παράλληλα, έβγαινες πολλές ώρες έξω γιατί έψαχνες μία ανθρώπινη σύντροφο στη ζωή σου! Σε περίμενα με μεγάλη υπομονή, καθόμουν δίπλα σου κάθε φορά που κάποια σε πλήγωνε και σε απογοήτευε, ποτέ δεν έκρινα τις κακές αποφάσεις σου, πάντα χαιρόμουν τόσο πολύ όταν έφερνες κάποια καινούργια κοπέλα στο σπίτι, όταν ερωτευόσουν!
Εκείνη, η γυναίκα σου τώρα, δεν είναι άνθρωπος που αγαπάει τους σκύλους, όμως την καλωσόρισα στο σπίτι μας, προσπάθησα να της δείξω την αγάπη μου, την υπάκουα. Ήμουν ευτυχισμένη επειδή εσύ ήσουν ευτυχισμένος.
Μετά, ήρθαν τα ανθρώπινα μωρά και ενθουσιάστηκα τόσο πολύ μαζί τους! Ήταν τόσο ροζ, που μου πήραν τα μυαλά! Ήθελα να είμαι και εγώ η μαμά τους!!! Μόνο εκείνη και εσύ ανησυχούσατε ότι μπορεί να τα πληγώσω ή να τα τραυματίσω κι έτσι πέρναγα τον περισσότερο χρόνο μου κλεισμένη σε ένα άλλο δωμάτιο ή στο κλουβί σκύλων που μου αγοράσατε. Αχ! Πόσο πολύ ήθελα να τα αγαπήσω αυτά τα μωρά, αλλά τελικά έγινα φυλακισμένη της αγάπης.
Ενώ μεγάλωναν, έγινα φίλη τους. Βύθιζαν τα δαχτυλάκια τους στη γούνα μου, τράβαγαν τα πόδια μου, έβαζαν τα δάχτυλά τους στα μάτια μου, επιθεωρούσαν τα αυτιά μου και μου έδιναν πολλά φιλιά στη μύτη! Αγαπούσα τα πάντα πάνω τους πιο πολύ όμως το άγγιγμά τους –γιατί το δικό σου άγγιγμα γινόταν όλο και πιο σπάνιο- και στ’αλήθεια θα έδινα και τη ζωή μου για να υπερασπιστώ τα δικά σου παιδιά αν χρειαζόταν!
Έβαζα κρυφά τη μουσούδα μου κάτω από τα παπλώματά τους και άκουγα τις ανησυχίες τους και τα κρυφά τους όνειρα. Παρέα με τα παιδιά σου περιμέναμε ανυπόμονα να ακούσουμε τον ήχο του αυτοκινήτου σου στο δρόμο. Κάποτε όταν σε ρώταγαν εάν έχεις σκύλο έδειχνες την φωτογραφία μου στο πορτοφόλι σου. Τους έλεγες ένα σωρό ιστορίες για μένα! Τα τελευταία χρόνια όμως, απαντούσες απλά “Ναι” και άλλαζες θέμα. Πέρασα από το να είμαι “ο σκύλος σου” στο “έχω ένα σκύλο” και μισούσες κάθε δαπάνη που χρειαζόταν να κάνεις για μένα. Τώρα σου παρουσιάστηκε μια νέα επαγγελματική ευκαιρία σε μία άλλη πόλη και εσύ και οι υπόλοιποι της οικογένειας θα μετακομίσετε σε ένα διαμέρισμα στο οποίο δεν επιτρέπονται κατοικίδια. Πήρες τη σωστή απόφαση για την “οικογένεια”, αλλά ξέχασες ότι κάποτε ήμουν κι εγώ οικογένεια.
Μόλις με έβαλες στο αυτοκίνητο, ενθουσιάστηκα μέχρι που φτάσαμε στο καταφύγιο αδέσποτων. Μύριζε από σκύλους και γάτες, μύριζε φόβο και απελπισία. Συμπλήρωσες τα χαρτιά παράδοσής μου και είπες “Είμαι σίγουρος ότι θα της βρείτε ένα καλό σπίτι”. Κατσούφιασαν και σε κοίταξαν με εκείνο το κουρασμένο βλέμμα. Εκείνοι γνώριζαν την πραγματικότητα όταν πρόκειται να ψάξεις για σπίτι, ειδικά όταν πρόκειται για ένα μεσήλικο σκύλο, ακόμα κι αν ο σκύλος είναι ράτσας και διαθέτει “χαρτιά”. Χρειάστηκε να τραβήξεις τα χέρια του γιού σου από το κολλάρο μου την ώρα που ούρλιαζε “Οχι, Μπαμπά! Μην τους αφήσεις να πάρουν τον σκύλο μου!” Και ανησύχησα για εκείνον, και για τα μαθήματα που μόλις του έδινες σχετικά με τη φιλία και την πίστη, για τα μαθήματα αγάπης και υπευθυνότητας, για τον σεβασμό σε οποιαδήποτε μορφή ζωής. Μου έδωσες ένα γρήγορο αποχαιρετιστήριο χάδι στο κεφάλι, απέφυγες να με κοιτάξεις στα μάτια και ευγενικά αρνήθηκες να πάρεις το κολλάρο μου και το λουρί μου μαζί σου. Είχες μια επείγουσα δουλειά στο γραφείο και ένα deadline… και εγώ το ίδιο.
Μόλις έφυγες, οι δυο καλές κυρίες είπαν ότι πιθανόν γνώριζες εδώ και μήνες ότι θα χρειαζόταν να μετακομίσεις αλλά δεν έκανες καμμία προσπάθεια να μου βρεις κάποιο άλλο καλό σπίτι να μείνω. Κούνησαν μόνο τα κεφάλια τους και ρώτησαν “Πως μπόρεσες;”
Μας προσέχουν εδώ στο καταφύγιο.. τόσο όσο τους επιτρέπει το πολυάσχολο πρόγραμμά τους. Μας ταίζουν βέβαια, αλλά εγώ δεν έχω πια όρεξη για φαγητό, εδώ και μέρες. Στην αρχή, όποιος κι αν περνούσε έξω από το κλουβί που μένουμε, έτρεχα στην πόρτα ελπίζοντας ότι είσαι εσύ, πιστεύοντας ότι άλλαξες γνώμη, ότι όλα αυτά ήταν απλά ένα κακό όνειρο… Μετά από λίγο καιρό, ήλπιζα ότι θα ήταν κάποιος που πραγματικά θα νοιαζόταν για μένα, κάποιος που θα με έσωζε. Οταν κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ με τους χαριεντισμούς και τα παιχνίδια των κουταβιών δίπλα μου που τραβούσαν όλη την προσοχή και είχαν υποταχτεί στη μοίρα τους, αποτραβήχτηκα σε μια απόμακρη γωνία και περίμενα.
Άκουσα τα βήματά της όπως πλησίαζε κοντά μου εκείνο το απόγευμα, και την ακολούθησα στον διάδρομο που οδηγούσε σε ένα ξεχωριστό δωμάτιο. Ενα ήσυχο δωμάτιο. Με έβαλε πάνω στο τραπέζι και έξυσε τα αυτιά μου. Μου είπε να μην ανησυχώ. Η καρδιά μου χτύπαγε πολύ δυνατά γιατί δεν ήξερα τι θα μου συμβεί, όμως περιέργως ένοιωθα και ανακούφιση. Τελείωναν οι ημέρες ενός φυλακισμένου στην αγάπη. Οπως είναι στη φύση μου, πιο πολύ ανησυχούσα για εκείνη την κυρία. Ένοιωθα το βάρος που κουβάλαγε πάνω της, καταλάβαινα τα συναισθήματά της, όπως ήξερα πάντα πως ένοιωθες κι εσύ. Μου έβαλε ευγενικά ένα σφικτήρα γύρω από το μπροστινό μου πόδι και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Της έγλυψα το χέρι με τον ίδιο τρόπο που παρηγορούσα και εσένα τόσα χρόνια. Έβαλε υποδόρια την ένεση στη φλέβα μου με πολύ προσοχή να μη με πονέσει. Οπως ένοιωσα τη βελόνα να με τρυπάει και το κρύο υγρό να μπαίνει στο αίμα μου, ξάπλωσα νυσταγμένη κοιτώντας τα ευγενικά μάτια της… και σκέφτηκα “Πως μπόρεσες;”
Ισως επειδή μάντεψε τη σκέψη μου, είπε “Λυπάμαι…”. Με αγκάλιασε και μου εξήγησε βιαστικά ότι η δουλειά της ήταν να σιγουρευτεί ότι θα πήγαινα σε ένα καλύτερο μέρος, σε ένα μέρος που δεν θα με αγνοούσε, δεν θα κακοποιούσε, δεν θα με εγκατέλειπε κανείς. Ενα μέρος που δεν θα χρειαζόταν να αμυνθώ για τη ζωή μου. Ενα μέρος γεμάτο αγάπη και φως, τόσο πολύ διαφορετικό από την ζωή μου εδώ στη γη. Και με την τελευταία ρανίδα ενέργειας που είχα προσπάθησα να της πω με ένα μικρό κούνημα της ουράς μου ότι αυτό που σκέφτηκα το… “Πως μπόρεσες;” δεν απευθυνόταν σε εκείνη την καλή κυρία. Απευθυνόταν σε εσένα...
Πολυαγαπημένο μου Αφεντικό, εύχομαι όλοι όσοι έχεις στη ζωή σου να συνεχίσουν να σου δείχνουν τόση πίστη και αγάπη όση ένοιωθα εγώ για σένα.
Ο σκύλος σου.
Σταδιακά, άρχισες να περνάς τον περισσότερο χρόνο σου στη δουλειά και στην καριέρα σου. Παράλληλα, έβγαινες πολλές ώρες έξω γιατί έψαχνες μία ανθρώπινη σύντροφο στη ζωή σου! Σε περίμενα με μεγάλη υπομονή, καθόμουν δίπλα σου κάθε φορά που κάποια σε πλήγωνε και σε απογοήτευε, ποτέ δεν έκρινα τις κακές αποφάσεις σου, πάντα χαιρόμουν τόσο πολύ όταν έφερνες κάποια καινούργια κοπέλα στο σπίτι, όταν ερωτευόσουν!
Εκείνη, η γυναίκα σου τώρα, δεν είναι άνθρωπος που αγαπάει τους σκύλους, όμως την καλωσόρισα στο σπίτι μας, προσπάθησα να της δείξω την αγάπη μου, την υπάκουα. Ήμουν ευτυχισμένη επειδή εσύ ήσουν ευτυχισμένος.
Μετά, ήρθαν τα ανθρώπινα μωρά και ενθουσιάστηκα τόσο πολύ μαζί τους! Ήταν τόσο ροζ, που μου πήραν τα μυαλά! Ήθελα να είμαι και εγώ η μαμά τους!!! Μόνο εκείνη και εσύ ανησυχούσατε ότι μπορεί να τα πληγώσω ή να τα τραυματίσω κι έτσι πέρναγα τον περισσότερο χρόνο μου κλεισμένη σε ένα άλλο δωμάτιο ή στο κλουβί σκύλων που μου αγοράσατε. Αχ! Πόσο πολύ ήθελα να τα αγαπήσω αυτά τα μωρά, αλλά τελικά έγινα φυλακισμένη της αγάπης.
Ενώ μεγάλωναν, έγινα φίλη τους. Βύθιζαν τα δαχτυλάκια τους στη γούνα μου, τράβαγαν τα πόδια μου, έβαζαν τα δάχτυλά τους στα μάτια μου, επιθεωρούσαν τα αυτιά μου και μου έδιναν πολλά φιλιά στη μύτη! Αγαπούσα τα πάντα πάνω τους πιο πολύ όμως το άγγιγμά τους –γιατί το δικό σου άγγιγμα γινόταν όλο και πιο σπάνιο- και στ’αλήθεια θα έδινα και τη ζωή μου για να υπερασπιστώ τα δικά σου παιδιά αν χρειαζόταν!
Έβαζα κρυφά τη μουσούδα μου κάτω από τα παπλώματά τους και άκουγα τις ανησυχίες τους και τα κρυφά τους όνειρα. Παρέα με τα παιδιά σου περιμέναμε ανυπόμονα να ακούσουμε τον ήχο του αυτοκινήτου σου στο δρόμο. Κάποτε όταν σε ρώταγαν εάν έχεις σκύλο έδειχνες την φωτογραφία μου στο πορτοφόλι σου. Τους έλεγες ένα σωρό ιστορίες για μένα! Τα τελευταία χρόνια όμως, απαντούσες απλά “Ναι” και άλλαζες θέμα. Πέρασα από το να είμαι “ο σκύλος σου” στο “έχω ένα σκύλο” και μισούσες κάθε δαπάνη που χρειαζόταν να κάνεις για μένα. Τώρα σου παρουσιάστηκε μια νέα επαγγελματική ευκαιρία σε μία άλλη πόλη και εσύ και οι υπόλοιποι της οικογένειας θα μετακομίσετε σε ένα διαμέρισμα στο οποίο δεν επιτρέπονται κατοικίδια. Πήρες τη σωστή απόφαση για την “οικογένεια”, αλλά ξέχασες ότι κάποτε ήμουν κι εγώ οικογένεια.
Μόλις με έβαλες στο αυτοκίνητο, ενθουσιάστηκα μέχρι που φτάσαμε στο καταφύγιο αδέσποτων. Μύριζε από σκύλους και γάτες, μύριζε φόβο και απελπισία. Συμπλήρωσες τα χαρτιά παράδοσής μου και είπες “Είμαι σίγουρος ότι θα της βρείτε ένα καλό σπίτι”. Κατσούφιασαν και σε κοίταξαν με εκείνο το κουρασμένο βλέμμα. Εκείνοι γνώριζαν την πραγματικότητα όταν πρόκειται να ψάξεις για σπίτι, ειδικά όταν πρόκειται για ένα μεσήλικο σκύλο, ακόμα κι αν ο σκύλος είναι ράτσας και διαθέτει “χαρτιά”. Χρειάστηκε να τραβήξεις τα χέρια του γιού σου από το κολλάρο μου την ώρα που ούρλιαζε “Οχι, Μπαμπά! Μην τους αφήσεις να πάρουν τον σκύλο μου!” Και ανησύχησα για εκείνον, και για τα μαθήματα που μόλις του έδινες σχετικά με τη φιλία και την πίστη, για τα μαθήματα αγάπης και υπευθυνότητας, για τον σεβασμό σε οποιαδήποτε μορφή ζωής. Μου έδωσες ένα γρήγορο αποχαιρετιστήριο χάδι στο κεφάλι, απέφυγες να με κοιτάξεις στα μάτια και ευγενικά αρνήθηκες να πάρεις το κολλάρο μου και το λουρί μου μαζί σου. Είχες μια επείγουσα δουλειά στο γραφείο και ένα deadline… και εγώ το ίδιο.
Μόλις έφυγες, οι δυο καλές κυρίες είπαν ότι πιθανόν γνώριζες εδώ και μήνες ότι θα χρειαζόταν να μετακομίσεις αλλά δεν έκανες καμμία προσπάθεια να μου βρεις κάποιο άλλο καλό σπίτι να μείνω. Κούνησαν μόνο τα κεφάλια τους και ρώτησαν “Πως μπόρεσες;”
Μας προσέχουν εδώ στο καταφύγιο.. τόσο όσο τους επιτρέπει το πολυάσχολο πρόγραμμά τους. Μας ταίζουν βέβαια, αλλά εγώ δεν έχω πια όρεξη για φαγητό, εδώ και μέρες. Στην αρχή, όποιος κι αν περνούσε έξω από το κλουβί που μένουμε, έτρεχα στην πόρτα ελπίζοντας ότι είσαι εσύ, πιστεύοντας ότι άλλαξες γνώμη, ότι όλα αυτά ήταν απλά ένα κακό όνειρο… Μετά από λίγο καιρό, ήλπιζα ότι θα ήταν κάποιος που πραγματικά θα νοιαζόταν για μένα, κάποιος που θα με έσωζε. Οταν κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ με τους χαριεντισμούς και τα παιχνίδια των κουταβιών δίπλα μου που τραβούσαν όλη την προσοχή και είχαν υποταχτεί στη μοίρα τους, αποτραβήχτηκα σε μια απόμακρη γωνία και περίμενα.
Άκουσα τα βήματά της όπως πλησίαζε κοντά μου εκείνο το απόγευμα, και την ακολούθησα στον διάδρομο που οδηγούσε σε ένα ξεχωριστό δωμάτιο. Ενα ήσυχο δωμάτιο. Με έβαλε πάνω στο τραπέζι και έξυσε τα αυτιά μου. Μου είπε να μην ανησυχώ. Η καρδιά μου χτύπαγε πολύ δυνατά γιατί δεν ήξερα τι θα μου συμβεί, όμως περιέργως ένοιωθα και ανακούφιση. Τελείωναν οι ημέρες ενός φυλακισμένου στην αγάπη. Οπως είναι στη φύση μου, πιο πολύ ανησυχούσα για εκείνη την κυρία. Ένοιωθα το βάρος που κουβάλαγε πάνω της, καταλάβαινα τα συναισθήματά της, όπως ήξερα πάντα πως ένοιωθες κι εσύ. Μου έβαλε ευγενικά ένα σφικτήρα γύρω από το μπροστινό μου πόδι και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Της έγλυψα το χέρι με τον ίδιο τρόπο που παρηγορούσα και εσένα τόσα χρόνια. Έβαλε υποδόρια την ένεση στη φλέβα μου με πολύ προσοχή να μη με πονέσει. Οπως ένοιωσα τη βελόνα να με τρυπάει και το κρύο υγρό να μπαίνει στο αίμα μου, ξάπλωσα νυσταγμένη κοιτώντας τα ευγενικά μάτια της… και σκέφτηκα “Πως μπόρεσες;”
Ισως επειδή μάντεψε τη σκέψη μου, είπε “Λυπάμαι…”. Με αγκάλιασε και μου εξήγησε βιαστικά ότι η δουλειά της ήταν να σιγουρευτεί ότι θα πήγαινα σε ένα καλύτερο μέρος, σε ένα μέρος που δεν θα με αγνοούσε, δεν θα κακοποιούσε, δεν θα με εγκατέλειπε κανείς. Ενα μέρος που δεν θα χρειαζόταν να αμυνθώ για τη ζωή μου. Ενα μέρος γεμάτο αγάπη και φως, τόσο πολύ διαφορετικό από την ζωή μου εδώ στη γη. Και με την τελευταία ρανίδα ενέργειας που είχα προσπάθησα να της πω με ένα μικρό κούνημα της ουράς μου ότι αυτό που σκέφτηκα το… “Πως μπόρεσες;” δεν απευθυνόταν σε εκείνη την καλή κυρία. Απευθυνόταν σε εσένα...
Πολυαγαπημένο μου Αφεντικό, εύχομαι όλοι όσοι έχεις στη ζωή σου να συνεχίσουν να σου δείχνουν τόση πίστη και αγάπη όση ένοιωθα εγώ για σένα.
Ο σκύλος σου.
